Άρθρα

Χαιρετισμός κατά την υποδοχή του Οικουμενικού Πατριάρχη

κυρίες και κύριοι.

Με μεγάλη συγκίνηση και χαρά ο νομικός κόσμος της Θεσσαλονίκης υποδέχεται σήμερα την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο. Στη Θεσσαλονίκη, την εύξεινο και πολύξενο πόλη, όπως την κληροδότησε ο ελληνικός οικουμενισμός που την ίδρυσε και η βυζαντινή ουμανιστική της παράδοση. “Ουδείς άπολις όσο υπάρχει η Θεσσαλονίκη”, κατά τον λόγιο του 14ου αιώνα Νικηφόρο Χούμνο, που ακούγεται σήμερα εξαιρετικά επίκαιρος.

Η επίσκεψη του Πατριάρχη τη συγκεκριμένη στιγμή, σ’ αυτόν τον αιώνα τον απατεώνα, όπως αναφέρεται στον ακάθιστο ύμνο, έχει εξαιρετική σημασία, όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και για τους απανταχού έλληνες, γιατί γύρω από το Πατριαρχείο συσπειρώνεται όλο το γένος, το οποίο στη διαδρομή του χρόνου τρέχει, πέφτει, ματώνει, σηκώνεται και συνεχίζει, οδηγούμενο από το ιλαρό φως, “το έσω κάλλος”, ανεξάντλητη κληρονομιά στην ψυχή του.

Η παρουσία του Πατριάρχη δε συμβολίζει μόνο την ενότητα μαζεύοντας τις θύμησες του παρελθόντος, αλλά υποδηλώνει και τη συνέχεια, γιατί, όπως αναφέρει ο Σ. Καργάκος, στην ιστορία, παρά τις επιφανειακές ή βαθειές αλλαγές, υπάρχει και η συνέχεια. Τις τομές τις βάζουν οι ιστορικοί για λόγους μεθοδολογίας. Ίσως και γιατί δεν μπορούν να απλωθούν σε όλη την έκτασή της. Και τούτο, γιατί το παλιό δεν χάνεται μέσα στον κυκεώνα της λήθης, συνεχίζεται μέσα στο νέο με άλλη μορφή, γιατί το πρότερον, το παρελθόν είναι ο ασκός, μέσα στον οποίον χύνεται ο νέος οίνος από τη βρύση της ιστορίας.

Κι’ ύστερα ο τόπος, η Κωνσταντινούπολη, η βασιλεύουσα, η περιπόθητη πόλη, η νέα Ρώμη, κλρονόμος της αρχαίας μητέρας της, η Ανθούσα – Flora, η πόλις πασών κεφαλή, η θεοφρούρητη, η θεοφύλακτη, ο οφθαλμός του κόσμου, η νέα Ιερουσαλήμ, το καταφύγιο της Οικουμένης, η Τσάριγκραντ των Σέρβων, η Γκονσταντνούμπολη των Αρμενίων, η Κονσταντίνιγε των Οθωμανών, η Ασιθανέ των Περσών, η Ντερσααντέτ των Αράβων, η Ιστανμπούλ των Τούρκων, η Πόλη των Ρωμιών, η πόλη αντικείμενο του πόθου όλου του κόσμου, που για το λόγο αυτό, κινδυνεύει από ερωτική εξάντληση. Με την Αγιά Σοφιά, το επίγειο ενδιαίτημα της του Θεού Σοφίας, το δεύτερο στερέωμα, το καύχημα του Ιουστινιανού, το κόσμημα της οικουμένης, το ανεκτίμητο πετράδι της ορθόδοξης πίστης, το μέγα μοναστήρι με τα τετρακόσια σήμαντρα και τις εξήντα δυό καμπάνες, που λατρεύτηκε, τραγουδήθηκε και θρηνήθηκε όσο τίποτα άλλο από όλο το γένος. Κι’ έπειτα ο Βόσπορος, ο Κεράτιος, το “χρυσούν κέρας”, που στην ένωσή τους, κοντά στα λυχνανάματα, όταν ο ήλιος γαλαζώνει τον ορίζοντα κι’ οι γλάροι της Πόλης γράφουν με το φτερούγισμά τους μεγάλες καμπύλες στον αέρα και με γοερές κραυγές βουτούν στο κύμα, όλοι εμείς ονειρευόμαστε.

Σ’ αυτή την πόλη, που κατά τον Μ. Καραγάτση, είναι η σιωπηλή κραυγή μιας ζωής, μιας εποποιΐας και μιας τραγωδίας, που σφράγισε ανεξίτηλα τα πεπρωμένα των λαών και των εποχών, φωλιάζει το Οικουμενικό Παρειαρχείο και στέκει εκεί αγέρωχο παρά τα τραύματά του, φεγγοβόλο αστέρι στο στερέωμα, φωτεινός φάρος μεσοπέλαγα, λύχνος που φωτίζει όλους τους εν οικουμένη ορθοδόξους, με το φως της Τρισηλίου Θεότητας, για να πορευτούμε στα δύσβατα μονοπάτια των καιρών, γνωρίζοντας ποιοί είμαστε, από πού ερχόμαστε, πού πηγαίνουμε και τι προσδοκά ο Θεός από εμάς.

Τελειώνοντας, θέλω να αφιερώσω στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, δύο στίχους από ένα τραγούδι του φίλου μου Θωμά Κοροβίνη, χρόνια διδάσκοντα στα ελληνικά σχολεία της Πόλης, συγγραφέα και τραγουδοποιό, που επιγράφεται “Προσευχή”, στην Υπέρμαχο Στρατηγό.

“Μεριέμ, Μάνα και Παναγιά κι’ Αγία μου Βλαχέρνα

Το δάκρυ σου σαν αγιασμό, σ’ εχθρούς και φίλους κέρνα.

Από τον πρώτο τον καιρό κι’ αυτό το ξέρουν όλοι,

Όσα κλειδιά κι’ αν άλλαξε, δικιά σου θα’ ναι η Πόλη”.    

Με την ευλογία σας Παναγιώτατε.

Σας ευχαριστώ πολύ.